Οι Καλύβες

Η ζωή στις καλύβες της Ουγκάντα ήταν μια απροσδόκητη εμπειρία για εμένα, ένας διαφορετικός κόσμος που ανοίχτηκε μπροστά μου, με συνεπήρε και με άφησε με σκέψεις όλων των ειδών. Χρόνος…

Καθισμένοι κάτω από το σκέπαστρο έξω από το τζαμί, βλέπουμε τη βροχή να πέφτει απαλά. Η κάθε σταγόνα μικρή και διαγώνια, παρασυρόμενη από ένα ελαφρύ αεράκι. Μια δυναμώνει, μια χαμηλώνει. Πρέπει να είμαστε εδώ ίσως κάνα δεκάλεπτο, οι ντόπιοι πιστεύουν ότι μάλλον είναι ένα μικρό μπουρίνι και θα σταματήσει σύντομα. Είμαστε δίπλα σε μία χειροκίνητη γεώτρηση νερού και έχω την ευκαιρία να παρατηρήσω από κοντά το μεγάλο χερούλι της με τα κίτρινα διασκορπισμένα μπιτόνια. Ένας μπλε στύλος με ένα μικρό δοχείο στο πάνω μέρος με κάνει να αναρωτιέμαι. Ρωτάω τη Ρεμπέκα.

“Χλωρίνη” μου απαντάει.

“Για το νερό;!” της λέω, αυτόματα ανασηκώνοντας τα φρύδια σε έκπληξη.

“Ναι, λένε να ρίξεις μια σταγόνα αλλά ο περισσότερος κόσμος δεν το εμπιστεύεται και δεν την χρησιμοποιεί”. Δεν απορώ γιατί…

Η οπτική μου γωνία κάτω από το στέγαστρο μου δίνει την ευκαιρία να παρατηρήσω τo πηγάδι και όλους τους ανθρώπους από κοντά.

Το διπλανό κτίσμα κάτι σαν μισό παρατημένο μαγαζί. Καμιά εικοσαριά παιδιά και νέοι στέκονται στην αυλή του, έχοντας και αυτοί την ίδια ιδέα με εμάς, να σταματήσουν τη διαδρομή τους περιμένοντας να σταματήσει η βροχή. Όλοι με το βλέμμα στραμμένο πάνω μου, με εξαίρεση από όταν γυρνάνε στο διπλανό τους για να σχολιάσουν για την άφιξη της mzungu (‘μουζούνγκου) στο χωριό. Υπάρχει μία ηρεμία στην ατμόσφαιρα. Ο ρυθμικός ήχος της βροχής, το απαλό θρόισμα των μπανανών στο αεράκι που φυσάει, και τα απαλά γέλια των παιδιών. Τριγύρω μου, καλλιέργειες όλων των ειδών, ένα κράμα από μπανάνες, φιστίκια, κασάβα, φασόλια (που χρησιμοποιούνται για σούπες διαφόρων ειδών), αλλά και ρύζι. 

Το αγροτικό τοπίο στην ανατολική Ουγκάντα, με τις καλλιέργειες ρυζιού που απλώνονται δεξιά και αριστερά.

Με την περιορισμένη γνώση που είχα για την Ουγκάντα δεν περίμενα να βρεθεί ρύζι εδώ; ωστόσο το έδαφος είναι εξαιρετικά εύγονο και με μεγάλες ποσότητες υπόγειου νερού, ακόμα και κατά την περίοδο ξηρασίας όπως τώρα. Δεν είχα ξαναδεί ρύζι από κοντά, και η Ρεμπέκα ενθουσιάζεται στην ευκαιρία να μου γνωρίσει αυτό το ιδιαίτερο φυτό. Οι κόκκοι στέκονται μικροί μικροί στο πάνω μέρος του φυτού σχεδόν σαν λουλούδια, σαν ανθάκια που περιμένουν να μαζευτούν. Οι χωρικοί εδώ έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με αυτό το φυτό; το ρύζι δεν αποτελεί μόνο εξαιρετική πηγή φαγητού, το οποίο σερβίρεται και καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες, κάποιες φορές τόσες που μετά βίας χωράνε στο πιάτο, αλλά χρησιμεύει και για κάτι πιο σημαντικό. Ως ένα εξαιρετικό παράδειγμα δημιουργικότητας και μηδενικής σπατάλης (που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες της υποσαχάριας Αφρικής), τα αποξηραμένα κλωνάρια του ρυζιού χρησιμοποιούνται ως τη στέγη των πολλών και μικρών καλυβών που αποτελούν κομβικό στοιχείο της ζωής στην επαρχιακή ανατολική Ουγκάντα. 

Μία από τις καλύβες που χρησιμοποιείται ως αποθήκη (και ως σαλόνι για τα κοτόπουλα!) στο σπίτι της Ρεμπέκα.

Οι καλύβες συνεχίζουν να στολίζουν το τοπίο δεξιά και αριστερά μας, καθώς η βροχή έχει πια κωπάσει σχεδόν εντελώς και συνεχίζουμε τη διαδρομή μας με την boda. Κυλινδρικές ή ελαφρά τετράγωνες (σίγουρα καταφέρνουν να τετραγωνίσουν τον κύκλο οι Αφρικανοί με την δημιουργικότητα και τις δεξιότητές τους!). Μέχρι στιγμής, μένω με την ιδέα ότι κάθε καλύβα είναι και ένα σπίτι, και η περιέργειά μου εξάπτεται όταν παρατηρώ ότι είναι συναιθροισμένες τρεις τρεις ή τέσσερις τέσσερις μαζί, σαν μία μικρή γειτονιά σχεδόν. Την επόμενη στιγμή, η boda παίρνει μια ελαφρά απότομη στροφή αριστερά που με κάνει να βγω από τις σκέψεις μου, και σταματάει ξαφνικά στη γειτονιά των συγγενών της Ρεμπέκα. Σύντομα η υπόθεσή μου θα διαψευσθεί. 

Κάποιες καλύβες είναι κυλινδρικές, κάποιες τετράγωνες.

Η boda έχει σταματήσει στην είσοδο της ‘γειτονιάς’ και, όπως ήταν αναμενόμενο, ένα τσούρμο με παιδιά έχει μαζευτεί τριγύρω μας. Περισσότερα από το συνηθισμένο, με βάση το μέγεθος του μικρού χωριού στο οποίο βρισκόμαστε. Τα βλέμματά τους με μια βαθιά περιέργεια, και ίσως μια ελαφριά επιφυλακτικότητα. Διαλέγω ένα αγοράκι, ίσως 7-8 χρονών. Τα μάτια μου αιχμαλωτίζουν τα δικά του, βαθιά μαύρα ανάμεσα σε ένα δέρμα γυαλιστερό στο φως του ήλιου και πασπαλισμένο με την χαρακτηριστική αφρικανική σκόνη. Κοιταζόμαστε έτσι για μερικά δευτερόλεπτα, εγώ κρατώντας το βλέμμα του απαλά, παιχνιδιάρικα, και αυτός με μία ένταση και ένα συναίσθημα που με διαπερνά. Του σκάω ένα αυθόρμητο χαμόγελο, ανάλαφρο και στοχευμένο. Αμέσως, το πρόσωπό του λάμπει, μου ανταποδίδει το χαμόγελο, – ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά – η μία όψη χαρά και η άλλη ντροπαλότητα. Το επόμενο δευτερόλεπτο έχει κρυφτεί πίσω από την πλάτη του (πιο κοντού) φίλου του, δίνοντάς μου την ευκαιρία να συνεχίσω να τον καρφώνω με το βλέμμα και χαμόγελό μου, προκαλώντας ζωηρά γέλια και χαχανητά από την ομήγυρη.

Η ζωή εδώ δεν γίνεται χωρίς γέλιο και χορό.

Μας περιμένει το πιο ζεστό καλωσόρισμα από την οικογένεια. Η ιδιαίτερη αφρικανική χειραψία, με τα χέρια να παραμένουν ενωμένα καθώς μιλάω με τον θείο της Ρεμπέκα, και μια ζεστή αγκαλιά και από τις δύο μεριές (όπως έχουμε εμείς τα φιλιά στα μάγουλα). Τα παιδιά γονατίζουν από σεβασμό, και σε εμένα και στη Ρεμπέκα, μία έντονη παράδοση που εκφράζει σεβασμό στους μεγαλύτερους, ένα κομβικό κοινωνικό στοιχείο στην ανατολική Αφρική. Αφού γνωρίζομαι με την οικογένεια, με την Ρεμπέκα να διερμηνεύει μεταξύ αγγλικών και της τοπικής γλώσσας Lugwere (λουγκουέρε) που ομιλείται στην ανατολική Ουγκάντα. Να σημειώσω εδώ ότι μέσα σε 200 χιλιόμετρα έχουμε αλλάξει πάνω από 5 γλώσσες, με τις πιο ευρέως διαδεδομένες να είναι η Luganda (λουγκάντα) στην κεντρική Ουγκάντα, η Lusoga (λουσόγκα) ανατολικά της Καμπάλα, και η Lugwere στην ανατολική Ουγκάντα. Αυτή η κατανομή βεβαίως δεν περιλαμβάνει όλες τις διαλέκτους των πολυάριθμων φυλών!

Μας φέρνουν δύο μικρές ξύλινες χειροποίητες καρεκλίτσες να κάτσουμε, που μου θυμίζουν τις παιδικές καρεκλίτσες κήπου. Η καρδιά μου ζεσταίνεται βλέποντας πόση χαρά προσδίδει στη μέρα αυτών των ανθρώπων η παρουσία μου, και ειδικά η ευκαιρία να με φιλοξενήσουν στο σπιτικό τους. Σίγουρα, σε μεγάλο βαθμό λόγω του δέρματός μου, και λόγω του ότι είμαι μία παρουσία σχεδόν άπιαστη, που υφίσταται αμυδρά στην περιφέρεια της ζωής τους χωρίς όμως να εισέρχεται άμεσα σε αυτήν. Μια παρουσία για την οποία ακούνε ιστορίες, αλλά εξαιρετικά σπάνια έχουν την ευκαιρία να παρατηρήσουν, αγγίξουν και γνωρίσουν από κοντά. ‘Είσαι η πρώτη mzungu (μουζούνγκου = λευκή) που επισκέπτεται αυτό το χωριό όσες δεκαετίες είμαστε εδώ’. 

Οι ξύλινες καρέκλες στις οποίες καθόμαστε, όπως φαίνονται μέσα από τη καλύβα.

Δεν το πιστεύω αυτό που ακούω. Χωρίς καν να το επιδιώκω, καταφέρνω να εγκαινιάσω την παρουσία μιας ολόκληρης διαφορετικής φυλής σε ένα μικρό χωριουδάκι κάπου χαμένο στα χωράφια καλαμποκιού και στα μπανανοδάση στην ανατολική Ουγκάντα. ‘Μάλιστα!’ Τώρα εξηγείται γιατί τα παιδιά είχαν αυτή την ιδιαίτερη αντίδραση, λίγο πιο έντονη από τα συνηθισμένα ουρλιαχτά έκπληξης, θαυμασμού και χαράς που συνοδεύουν το πέρασμά μου συνήθως. Νιώθω διαρκώς σαν διάσημη, αλλά η σημασία της παρουσίας μου είναι πιο βαθιά. Αποτελώ (όπως και οποιοσδήποτε άλλος στη θέση μου) ένα σύμβολο ενός κόσμου εξωτερικού και απομακρυσμένο από τις ζωές τους. Ενός κόσμου άγνωστου, που τους εξάπτει μια δυνατή περιέργεια, και την επιθυμία να ρωτήσουν, μάθουν, εξερευνήσουν. 

Ο θείος της Ρεμπέκα, Μουσένζε, ένας φιλικός και γεροδεμένος άντρας γύρω στα 45, προσφέρεται να μας γυρίσει στο χωριό, ξεκινώντας από το μέρος που παίρνουν το νερό τους. ‘Δείξω σου νερό’ μου λέει σε σπαστά αγγλικά, και τον ακολουθώ με μία περιέργεια και προβληματισμό, καταλαβαίνοντας ότι, για να είναι αξιοσημείωτη η τοποθεσία του νερού σημαίνει ή ότι είναι ιδιαιτέρως μακριά ή με ιδιαίτερα δύσκολη διαδρομή. Και, από ό,τι φαίνεται έχω δίκιο και στα δύο. Ξεκινάμε για το πηγάδι (borehole), μαζεύοντας στη διαδρομή ένα πλήθος από παιδιά που μας ακολουθούν χαρούμενα, εκστασιασμένα θα έλεγα, που έχουν στην παρέα τους μια λευκή. Ξεκινάμε στον κεντρικό δρόμο (χωματόδρομος μιας λωρίδας), και περίπου στα 100-150μ στρίβουμε αριστερά, σε ένα μικρό μονοπάτι ανάμεσα στις καλλιέργειες. Ο Μουσένζε μου δείχνει τα φυστίκια: εκατοντάδες απλώνονται μπροστά μου και τα παρατηρώ από κοντά. 

Τα φυστίκια, που φυτρώνουν ελεύθερα αλλά και καλλιεργούνται σε μεγάλο βαθμό.

Στο μεταξύ ακούω ‘mzungu mzungu!’ από τα παιδιά που προσπαθούν να μου τραβήξουν την προσοχή. ‘Βάλη’ τους λέω, ‘not mzungu!’, προκαλώντας γέλια και ανταλλαγή μυστικών στα αυτιά. ‘Βάλη λέγε την, όχι mzungu’ μου μεταφράζει η Ρεμπέκα τις φωνές των παιδιών από τα Lugwere, με ζωηρά μάτια και ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο. Προσπαθώ να μεταβιβάσω στα παιδιά την ιδέα ότι είμαι απλά μια γυναίκα ονόματι Βάλη, ένας άνθρωπος με πάνω-κάτω τις ίδιες ανάγκες και επιθυμίες, ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματός μου. Γνωρίζω ωστόσο και την άλλη αλήθεια, ότι η παρουσία μου εκπέμπει προνόμιο, το προνόμιο του να μπορέσω να έρθω εδώ σε αυτό τον κόσμο, γνωρίζοντας ότι πολλοί από αυτούς δεν θα έχουν ποτέ την ευκαιρία να εξερευνήσουν τον δικό μου κόσμο. Αυτό το προνόμιο μου δημιουργεί πολλά και διαφορετικά συναισθήματα, από ενοχή, ντροπή, στεναχώρια, ακόμα και ενός είδους υποκρισία. Συναναστρεφόμαστε ένας προς ένας σαν να είμαστε ίσοι, γελάμε και συζητάμε, αλλά οι ευκαιρίες που έχουμε δεν είναι ίσες. Αισθάνομαι μια έντονη ευγνωμοσύνη, την οποία αισθάνομαι σε καθημερινή βάση, ειδικά τα τελευταία 2-3 χρόνια. Ευγνωμοσύνη για την οικογένειά μου και για όλες τις ευκαιρίες που μου χάρισε, το ανοιχτό μυαλό τους, την αποφασιστικότητά τους και την αγάπη με την οποία πήραν πολλές αποφάσεις. 

Σε αυτή τη φωτογραφία θα εστιάσω την προσοχή σας στην μόδα του χωριού, η οποία χαρακτηρίζει την επαρχία της Αφρικής!

Για μία ακόμα φορά, η εναλλαγή των σκέψεων στο μυαλό μου είναι ταχύτατη, μοιράζοντας τα λεπτά μεταξύ των όσων βλέπω, βιώνω, και σκέφτομαι. Το μονοπάτι συνεχίζει κατηφορικό, σίγουρα με 2-3 μοίρες κλίση, και συνειδητοποιώ ότι η διαδρομή της επιστροφής (και του κουβαλήματος των μπιτονιών) θα είναι ανηφορική. Έχουμε διανύσει σίγουρα 500-600 μέτρα, όταν το τοπίο ανοίγει και βρισκόμαστε σε ένα ελαφρύ ύψωμα μεταξύ χωραφιών. Καλλιέργειες ρυζιού όσο πάρει το μάτι, ο ουρανός με μερικά σκούρα γκρίζα σύννεφα στον απόηχο της βροχής, λάσπη κάτω από τα πόδια μας. Τα πιτσιρίκια όλα ξυπόλυτα φυσικά. Αρχίζω να διακρίνω στο βάθος το πηγάδι, σίγουρα άλλα 100κατι μέτρα μακριά. ‘Έχει και ένα πιο κοντά αλλά πρέπει να συνεισφέρεις κάτι για να μπορέσεις να το χρησιμοποιήσεις’ μου εξηγεί η Ρεμπέκα, βλέποντας τον προβληματισμό στο πρόσωπό μου. ‘Σε ποιον;’ απορώ. ‘Στο κράτος;’. ‘Όχι, σε αυτούς που το εγκατέστησαν’, καταλαβαίνοντας ότι και αυτή δεν είναι ιδιαιτέρως σίγουρη για το ποιος εκμεταλλεύεται και χρεώνει το πηγάδι. Και βέβαια ο ουρανός τώρα είναι καθαρός, χωρίς βροχή. Αλλά είμαι σίγουρη ότι το μονοπάτι γίνεται πιο αφιλόξενο όταν βρέχει, όταν είσαι ξυπόλυτη και με 20 λίτρα νερού στο κεφάλι. 

Η παρέα μας στο δρόμο για το πηγάδι.

Παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής, αφού επισκεφτούμε το πηγάδι, που για την ακρίβεια είναι μια πηγή με τρεις παροχές, επομένως το νερό είναι τρεχούμενο. Ο ήλιος πέφτει σιγά σιγά δίνοντας μια λάμψη στις καλλιέργειες, που ενισχύεται από τις δροσοσταλίδες που διακοσμούν την ατελείωτη ποικιλία φυτών. Φτάνουμε στην γειτονιά. Μας περιμένουν χαμόγελα, χειραψίες, γονατίσματα και – το αγαπημένο μου – αφρικανικό τσάι συνοδευόμενο από φιστίκια. Ένα ολόκληρο πιάτο της σούπας γεμάτο από φυστίκια. Μου προσφέρεται και γάλα, αλλά για την ώρα αισθάνομαι ελαφρώς διστακτική σε σχέση με το γάλα. Δεν χρειαζόταν τελικά. Γάλα φρέσκο, μαζεμένο το ίδιο πρωί, βρασμένο και αναμειγμένο με ζάχαρη. Ένα υπέροχο ρόφημα, που μου προσδίδει μια ζεστασιά – σωματική και συναισθηματική – και ένα χαμόγελο ανέμελης ευχαρίστησης. 

Μου αρέσει η παράδοση του τσαγιού και μου θυμίζει το τσάι που απολαμβάνω στην Αγγλία (εξακολουθώ να πίνω το τσάι με τον αγγλικό τρόπο, δυνατό και με γάλα, ενώ οι Αφρικανοί συμπληρώνουν με 1, 2 ή ακόμα και 3 κουταλιές της σούπας ζάχαρη). Δεν είχα συνειδητοποιήσει που θα πάρουμε το τσάι. Αφήνουμε τα παπούτσια έξω κατά το αφρικανικό στυλ, και μπαίνουμε σε μία από τις καλύβες. Η πόρτα στενή και σχετικά κοντή, παρέχει τη μοναδική πηγή φωτός στην καλύβα. Ηλεκτρισμός δεν υπάρχει, και μαθαίνω ότι ο κόσμος χρησιμοποιεί μικρούς, φθηνούς φακούς μετά το φως του ήλιου. Η πρώτη μου σκέψη είναι πόσο καθαρή είναι, δεδομένου ότι τα τοιχώματα είναι τούβλινα, σοβατισμένα με ένα είδους τοπικής άμμου. Η καλύβα ελαφρώς τετράγωνη και χωρισμένη (περίπου) στα δύο με μία κουρτίνα που τρέχει κατά μήκος της. Το δεξί μέρος, στο οποίο καθόμαστε για το τσάι χρησιμεύει σαν ένα είδος σαλονιού/καθιστικού. Χειροποίητα στρώματα μπαμπού καλύπτουν το πάτωμα, και οι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με μια ταπετσαρία από αποκόμματα εφημεριδών. Καρφιά χρησιμεύουν σαν κρεμαστάρια για ρούχα κατά μήκος του δεξιού τοίχου. Στο αριστερό μέρος, προστατευμένο από την κουρτίνα, διακρίνω ένα ακόμα στρώμα μπαμπού, με ένα λεπτό στρώμα κρεβατιού (το πολύ 5-6 εκατοστά) απλωμένο πάνω του. Το αριστερό μισό της καλύβας είναι επομένως η κρεβατοκάμαρα. 

Ο Μουσένζε (δεξιά), η σύζυγός του (αριστερά) και εγώ (στη μέση), πίνοντας τσάι πάνω στο μπαμπού στρώμα στην καλύβα.

Εντυπωσιάζομαι με το πόσο τακτοποιημένη είναι, ειδικά όταν μαθαίνω ότι ανήκει σε ένα 18χρονο νεαρό. Ο νεαρός, όπως και οι περισσότεροι νεαροί αντίστοιχου κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου στο χωριό, έχτισε μόνος του την καλύβα. Ενθαρρύνονται από την οικογένεια γύρω στα 16-17 να χτίσουν τη δική τους καλύβα και να μένουν ανεξάρτητα.

‘Πόσο καιρό παίρνει το χτίσιμο;’ ρωτάω τον Musenze καθώς φυσάω απαλά το τσάι μου για να κρυώσει.

‘Ξεκινάμε φτιάχνοντας τα τούβλα. Δύο βδομάδες τα αφήνουμε να στεγνώσουν. Μετά, δύο μέρες παίρνει το χτίσιμο των τοίχων και δύο μέρες η σκεπή’.

Άρα αν εξαιρέσουμε τα τούβλα, μέσα σε 4 μέρες έχουν το δικό τους δωμάτιο, σχεδόν το δικό τους σπίτι. Η σκεπή με εντυπωσιάζει. Αποτελείται από λεπτά κλαδιά δέντρων, θα μπορούσαν να είναι από πορτοκαλιές, δέντρα μάνγκο ή και μηλιές, περιμετρικά στερεωμένα και πιασμένα μεταξύ τους στην κορυφή, σχηματίζοντας ένα κώνο. Καλύπτονται από αποξηραμένα κλωνάρια ρυζιού, που δημιουργούν ένα παχύ στρώμα προστασίας. Είναι ξερά αλλά δεν απορροφούν το νερό; επομένως προστατεύουν από τις απρόβλεπτες βροχές της τροπικής Αφρικής. Νομίζω ότι η σκεπή εξέχει τουλάχιστον 1,5 – 2 μέτρα πάνω από το ‘ταβάνι’ της καλύβας, το οποίο είναι ένα δίχτυ για να μην πέφτουν τα κλωνάρια ρυζιού, και όμορφες κρεμαστές κατασκευές από χαρτί, σχεδόν σαν οριγκάμι.

Δεν είχα την ευκαιρία να βγάλω φωτογραφίες από τις διακοσμήσεις της καλύβας, αλλά δείχνουν κάπως έτσι (φωτογραφία τραβηγμένη από ένα άλλο σπίτι της περιοχής).

Η οικογένεια έχει 9 παιδιά. Το μικρότερο λίγο μεγαλύτερο από 3 χρονών, και το μεγαλύτερο 24 χρονών, ακριβώς στην ηλικία μου. Για την ακρίβεια, στην ηλικία μου και με 3 παιδιά, το μεγαλύτερο 5 χρονών. Γελάμε με αυτή την αντίθεση.

‘Είσαι παντρεμένη;’ με ρωτάνε.

‘Όχι’, λέω με ένα χαμόγελο, παρατηρώντας προσεκτικά την αντίδρασή τους.

Ενδιαφέρον και περιέργεια αναμειγμένα με μια προσπάθεια να κατανοήσουν. Στην συζήτηση αναφέρεται η προίκα. Για τις αγροτικές κοινωνίες της ανατολικής Αφρικής, η προίκα είναι κάτι σύνηθες. Η οικογένεια του (πιθανού) γαμπρού οφείλει να δώσει προίκα στην οικογένεια της (πιθανής) νύφης, και μόνο αν αυτή γίνει αποδεκτή μπορεί να προχωρήσει ο γάμος. Η προίκα συνήθως είναι αγελάδες, κατσίκες, κοτόπουλα ή ακόμα και σακιά ρυζιού. ‘Στη δική μας κοινωνία, η δουλειά ανατροφής ενός κοριτσιού θεωρείται μεγάλο πράγμα, και επομένως αυτό πρέπει να αμείβεται’, μου λέει ο Μουσένζε. ‘Άργησα να παντρευτώ γιατί δεν μπόρεσα να μαζέψω αρκετά λεφτά για να αγοράσω ζώα για προίκα’. Το σκέφτομαι αυτό που μου είπε και προσπαθώ να σκεφτώ όλους τους περιορισμούς και την πίεση που υφίστανται τόσο οι νεαρές γυναίκες αλλά και οι νεαροί άντρες σε αυτές τις κοινωνίες. Ο γάμος πολλές φορές αποτελεί μια διαπραγμάτευση, μέσω της οποίας και οι δύο μεριές θέλουν να βγουν κερδισμένες. 

Άραγε, ποιο να είναι το αποτύπωμα στην συλλογική συνείδηση και ψυχή; Πόση ζημιά δημιουργείται αντιμετωπίζοντας τον γάμο έτσι; Και πόσες γενιές θα έπαιρνε για να υπάρξει ένα περιθώριο κινήσεων, μια ανάσα ελευθερίας στη ζωή αυτών των ανθρώπων;

Εσάς πως ήταν η παιδική σας ηλικία;

Το μυαλό μου γεμάτο σκέψεις και ερωτήσεις. Η ώρα περνάει, και έρχεται η στιγμή να αφήσουμε την οικογένεια και να ακολουθήσουμε τους στριφογυριστούς δρόμους για να επιστρέψουμε στο δικό μας χωριό. Έτσι στριφογυριστές είναι και οι σκέψεις στο μυαλό μου, ένα κουβάρι από αντικρουόμενα συναισθήματα, συνειδητοποιήσεις και σκέψεις για τη ζωή σε διαφορετικά μέρη, και για το πόσο, σε αυτές τις κοινωνίες, μεγάλο μέρος της ζωής αποφασίζεται για σένα πριν καλά καλά προλάβεις να ανοίξεις τα μάτια σου…