Η Ζωή Σαν Καταρράκτης

Ανάμεσα στους καταρράκτες Σίπι, οι σκέψεις και οι προβληματισμοί απλώνονται προς διάφορες κατευθύνσεις. Δεν ξέρω αν βγάζουν εντελώς νόημα, αλλά τις εξερευνώ έτσι και αλλιώς. Χρόνος ανάγνωσης: 6 λεπτά.

Το μονοπάτι ανηφορίζει προς τα αριστερά, και περνάμε μέσα από μία ιδιαιτέρως παχιά στοά σχηματιζόμενη από τις μπανάνες, τα αβοκάντο και τις παπάγιες. Μαιμούδες παίζουν στα κλαδιά δεξιά και αριστερά. Ξαφνικά, το φως του ήλιου λάμπει από πάνω μας, με τις ακτίνες να ιριδίζουν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στα γκρι σύννεφα που συχνάζουν στο τελείωμα του απογεύματος. Βρισκόμαστε σε ένα μικρό ανηφορικό άνοιγμα, με απέναντί μας τον μεγαλύτερο καταρράκτη, γύρω στα 100 μέτρα. Ο καταρράκτης Sipi αναβλύζει από υπεδάφιες πηγές στο βουνό Elgon, και η ροή του ανεπηρέαστη στο πέρασμα του χρόνου. Το τοπίο γύρω μας ένα ατελείωτο τροπικό δάσος, με τα δέντρα να τεντώνουν τα κλαδιά τους προς όλες τις κατευθύνσεις και προς τον ουρανό, αγωνιζόμενα να ανελιχθούν και να φτάσουν στο φως του ήλιου. Άραγε, πόσο διαφορετικό είναι αυτό από τις προσπάθειες των ανθρώπων;

Η θέα στην κοιλάδα προς τα δυτικά, το τοπίο γεμάτο ζωή με την τροπική βλάστηση.

Ο ήχος του νερού εκκωφαντικός και αδιάκοπος. Έχουμε σταματήσει για ένα μικρό διάλειμμα. Το μυαλό μου, εκμεταλλευόμενο την ξεκάθαρη αντίθεση μεταξύ της ησυχίας και του θορύβου τριγύρω μου, αρχίζει να σχηματίζει σιγά σιγά μία σκέψη. Δεν είμαι σίγουρη που οδηγεί, αλλά την ακολουθώ με περιέργεια. Παρατηρώ τον καταρράκτη και χαμογελάω απαλά όταν καταλαβαίνω που πάει ο συνειρμός μου. Οι πίδακες του νερού ξεκινάνε από την κορυφή, αφήνοντας τον θεατή περίεργο ως προς το από που ακριβώς πηγάζουν. Δεν μπορούμε να δούμε ή να κατανοήσουμε την πηγή, μπορούμε όμως να δούμε την αρχή τους. Άπειροι πίδακες, ο ένας μετά τον άλλο, σε μία άτακτη αλληλουχία, που φαίνονται σαν να ξεκινάνε από το πουθενά μαγικά. Ενώνονται και συνεχίζουν παρέα. Συγκρούονται και διαχωρίζονται. Χάνονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις, ξαναβρίσκονται στην πορεία. Το σχήμα τους αλλοιώνεται, η ποσότητά τους αλλάζει ανάλογα με το πού βρίσκονται και με το πώς αλλάζει η πορεία τους. Κάποια στιγμή, φτάνουν στο τέλος τους. Στο σημείο που ο καταρράκτης χτυπάει αμείλικτα, αλλά στοργικά, την επιφάνεια της πισίνας νερού πάνω στην οποία διαχύνεται. Οι πίδακες πλέον δεν είναι πίδακες. Διασκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις ως μικρά σταγονίδια νερού. Πασπαλίζουν τα τριγύρω φυτά με ζωτικότητα και τους χαρίζουν την ευκαιρία να συνεχίσουν την πορεία τους στον κύκλο ζωής. Ο πίδακας αλλάζει μορφή, χάνει το χαρακτηριστικό του ευέλικτο σχήμα. Το σίγουρο είναι ένα όμως – δεν χάνεται. Η ενέργειά του, η σημασία του στον κύκλο της ζωής, η συνεισφορά του στο περιβάλλον του και ό,τι αντίκτυπο έχει, παραμένει. Παραμένει και, μετά από καιρό και ακολουθώντας τον κύκλο της ζωής, θα αναπηγάσει από τον καταρράκτη ξανά. Θα επανέλθει ως πίδακας στην αρχή του καταρράκτη, βαδίζοντας για μία ακόμα φορά στην πορεία του.

Ένας από τους μικρότερους καταρράκτες που συναντήσαμε στην πεζοπορία.

Μου φαίνεται ότι ο καταρράκτης είναι η τέλεια αναλογία για την ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων. Προερχόμαστε όλοι από κάπου. Δεν γνωρίζουμε – παρά μόνο βιολογικά – από που προερχόμαστε και γιατί υπάρχουμε, από τι και για ποιο σκοπό υφίσταται η συνείδησή μας, και ποια είναι πραγματικά (αν υπάρχει κάποια) η σημασία μας στον κύκλο της ζωής. Η αρχή και το τέλος του καταρράκτη είναι σχεδόν σαν να συμβολίζουν την γέννηση και τον θάνατο. Την αρχή της ζωής και το τέλος της. Και τα δύο παρέρχονται σε διαφορετικές στιγμές για τον κάθε άνθρωπο. Κάποιοι πίδακες δεν συναντιούνται ποτέ, ο ένας έχει τελειώσει πριν ο άλλος προλάβει να ξεκινήσει καν. Κάποιοι πίδακες συναντώνται στην αρχή, αλλοιώνει ο ένας τον άλλο, όπως ακριβώς επηρεαζόμαστε όλοι από τον περίγυρό μας και τις κοινωνικές μας σχέσεις. Η σύνδεσή μας με τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε και μοιραζόμαστε στιγμές έχει ένα αντίκτυπο, δημιουργεί ενός είδους ενέργεια. Στιγμές όμορφες, στιγμές σκληρές, στιγμές διδακτικές, στιγμές γεμάτες γέλιο και ελπίδα, κλάμα και θλίψη, θυμό και αγανάκτηση. Αυτού του είδους η ενέργεια, που πηγάζει από στιγμές όλων των ειδών, αφήνει μικρά αποτυπώματα στην πορεία της ζωής, που επηρεάζουν τον περίγυρό μας, σε επίπεδα ανεπαίσθητα, επίπεδα προφανή και όλα τα ενδιάμεσα. Συναντιόμαστε και δημιουργούμε, αντικτυπούμε στην ζωή και, κάπως πως, αυτό το αποτύπωμα χαράζει απαλά το περιβάλλον μας, υπενθυμίζοντάς μας πόσο αλληλένδετη είναι η σύνδεσή μας, πόσο συνυφασμένη η ύπαρξή μας. Πόσες τεχνητές διακρίσεις έχουμε δημιουργήσει ανάμεσά μας, σε κάτι που είναι τόσο ενωμένο και άμεσα διαπλεγμένο στο νήμα της ζωής.

Και ναι, μία από τις λιγοστές φωτογραφίες που έχω!

Ο θόρυβος του καταρράκτη με επαναφέρει στο εδώ και τώρα. Νιώθω μια ανάταση ψυχής στο πόσο πολύ συνοψίζει τη ζωή, και στο πόσο ο ‘θάνατος’ του κάθε πίδακα δεν σημαίνει τον θάνατο της ύπαρξής του. Ίσως ο θάνατος δεν είναι η πιο κατάλληλη λέξη για να περιγραφεί αυτό που συμβαίνει. Ναι, ο πίδακας παύει να αποτελεί μέρος του καταρράκτη όπως οι υπόλοιποι πίδακες, αλλά η ουσία του εξακολουθεί να επηρεάζει το περιβάλλον, όσο η μορφή αυτή εξελίσσεται και μεταβάλλεται σε κάτι διαφορετικό. Πόσο εύκολα ξεχνάμε πόσο πολύ οι συναναστροφές και οι εμπειρίες μας μας επηρεάζουν, και όχι μόνο εμάς, αλλά και τους γύρω μας. Κάθε εμπειρία προσθέτει ένα μικρό κομματάκι γυαλιού στο μωσαικό του χαρακτήρα μας, που μας κάνει αυτό που είμαστε, που μας κάνει διαφορετικούς. Μπορεί αυτό το κομματάκι να είναι τόσο μικρό όσο ένας κόκκος άμμου, ή τόσο μεγάλο όσο ένα κεχριμπάρι. Παρόλα αυτά, είναι συνυφασμένο με τον χαρακτήρα και την ύπαρξή μας – και αντίστοιχα για τον καθένα από εμάς. 

Ένα αίσθημα νοσταλγίας και ηρεμίας με τυλίγει. Σκέφτομαι τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει μέχρι στιγμής στο ταξίδι αυτό – πόσο με επηρέασαν και, αντίστοιχα πιστεύω, πόσο επηρέασα εγώ αυτούς μέσω της συναναστροφής μας. Η σκέψη που επεκτείνεται στους ανθρώπους που με άγγιξαν πραγματικά – τους φίλους, τους καθηγητές μου, τους μέντορες μου, όσους πραγματικά μου έδειξαν τον δρόμο σε διάφορες καταστάσεις και στιγμές, που ακόμα κουβαλάω μέσα μου σαν φωτεινό δαδί, που σιγοκαίει σαν ήρεμη δύναμη μέσα μου. Νοσταλγώ γιατί ξέρω ότι δεν έχω κρατήσει επαφή με όλους αυτούς, και με στεναχωρεί αυτό. Με στεναχωρεί γιατί ξέρω σε τι πλάτος και βάθος με επηρέασαν, και γιατί νιώθω ότι όλα αυτά αποτελούν πλέον άλλη ζωή. Δεν ξέρω αν είμαι η μόνη, αλλά πιστεύω ότι η μνήμη μου τα τελευταία χρόνια έχει αλλοιωθεί. Τα χρόνια συμπυκνώνονται πιο εύκολα στο μυαλό μου και δεν είναι τόσο ξεκάθαρο να ανατρέξω στις λεπτομέρειες καθημερινών καταστάσεων. Κάποιες φορές τα γεγονότα γίνονται ένα κουβάρι στο μυαλό μου, το οποίο πρέπει να ξεδιαλύνω αν θέλω να φτάσω στην λεπτομέρεια που αναζητώ.

Νιώθω μια κινητικότητα δίπλα μου. Ο οδηγός μου, έχει έρθει να με ρωτήσει αν είμαι έτοιμη. ‘Πάμε!’ του απαντάω, παραμένοντας ημι-βυθισμένη στις σκέψεις μου, περιτριγυρισμένη από σκέψεις και συναισθήματα. Εμπιστεύομαι το μονοπάτι, και βήμα βήμα συνεχίζω στη διαδρομή. 

Τελικά πόση σημασία έχουν οι αναμνήσεις μας; Πόσα πράγματα βιώνουμε καθημερινά, και πόσα πράγματα τελικά μένουν μέσα μας. Η ζωή κυλάει αδιάκοπα όπως και οι πίδακες του καταρράκτη, και μαζί της κυλάνε και οι αναμνήσεις μας, χαρίζοντάς μας, πλάθοντας την ουσία μας, διαφεύγοντος και πειράζοντάς μας. Αποφασίζω ότι το να κρατάμε τις αναμνήσεις μας απαλά, χωρίς να τις σφίγγουμε αλλά και χωρίς να είμαστε αδιάφοροι απέναντί τους ίσως είναι ένας υγιής τρόπος, κάτι που τουλάχιστον μου δημιουργεί μια προσωπική ειρήνη.