Ταξιδεύοντας αργά και περνώντας χρόνο στην ανατολική Αφρική, έχω την ευκαιρία να γευτώ διαφορετικές πτυχές της ζωής – να πειραματιστώ, να εμβαθύνω σε συζητήσεις διαφόρων θεμάτων και να κατανοήσω εκφάνσεις της τοπικής ζωής που δύσκολα θα μπορούσα αν κινούμουν γρήγορα χωρίς να περνάω χρόνο με τους ντόπιους.

Η εμπειρία μου στην ανατολική Αφρική μέχρι στιγμής περιλαμβάνει χωριά στους τροπικούς αλλά και ορεινούς πρόποδες του Κιλιμάντζαρο, μεγάλες πόλεις όπως το Κιγκάλι (κεντρική Ρουάντα), τροπικά παραλίμνια μέρη όπως τα χωριά στις όχθες της Lake Kivu (δυτική Ρουάντα), hippie εναλλακτικές πόλεις όπως η Jinja (κεντρική Ουγκάντα), θορυβώδεις κωμοπόλεις γεμάτες από αγορές όπως το Mukono (κεντρική Ουγκάντα).


Αυτή τη στιγμή, βρίσκομαι σε ένα χωριό – εξαιρετικά διάσπαρτο, τα σπίτια σκορπισμένα σαν ζάρια δεξιά και αριστερά, ακολουθώντας τον δρόμο που οδηγεί προς τη βόρεια Ουγκάντα. Η γη κόκκινη, κατακόκκινη για την ακρίβεια, με μία σκόνη που φαίνεται να σηκώνεται με το απαλότερο πάτημα, και να στροβιλίζεται στο πέρασμα των αυτοκινήτων, των ποδηλάτων και των μηχανών-ταξί boda boda.

Το μέρος που μένω αυτή τη στιγμή είναι – παραδόξως – ένα κλειστό νοσοκομείο. Η οργάνωση με την οποία συνεργάζομαι αποφάσισε να με εγκαταστήσει εδώ για μερικές μέρες (θα δούμε πως θα πάει!), διότι βρίσκεται πιο κοντά στην τοποθεσία των πρότζεκτ με τα οποία θα ασχοληθώ.
Η είσοδος στο δωμάτιό μου χρησιμεύει σαν την κουζίνα μας ή μάλλον καλύτερα, την εσωτερική αποθήκη μας, διότι η μαγειρική γίνεται έξω στα κάρβουνα – τσάκο (κατά το charcoal, με την ιδιαίτερη αφρικανική προφορά). Στα αφρικάνικα σπίτια υπάρχουν παπούτσια (σαγιονάρες!) εσωτερικού χώρου. Εντυπωσιάζομαι με την άνεση και την ταχύτητα με την οποία οι άνθρωποι αφήνουν τα παπούτσια τους εκτός του σπιτιού και στο επόμενο βήμα, με μία απόλυτη φυσικότητα, έχουν αλλάξει κατευθείαν στις εσωτερικές σαγιονάρες τους. Ο λόγος για αυτή τη διάκριση είναι η σκόνη, η κόκκινη και λεπτή σκόνη που διαπερνά τα ρουθούνια και πολλές φορές κάνει μια ανάσα λίγο πιο δύσκολη. Αυτή η συνήθεια είναι μια από τις αγαπημένες μου διότι όχι μόνο κρατάει το σπίτι καθαρό, αλλά προσδίδει και την αίσθηση διαχωρισμού μεταξύ της ζωής εντός και εκτός σπιτιού.
Στην κουζίνα βρίσκεται μια μικρή πράσινη πλαστική ραφιέρα, με τρία πλαστικά ποτηράκια (για τους δυο host μου και εμένα), ένα πιρούνι (για μένα, διότι κατά τον παραδοσιακό αφρικάνικο τρόπο το φαγητό καταναλώνεται με το χέρι, και κατά κανόνα το δεξί χέρι), μερικά πιάτα, κατσαρόλες και φυσικά, ένα γεμάτο άσπρο μπιτόνι με πόσιμο νερό.

Το πόσιμο νερό το φέρνουμε εμείς από τη borehole, ενώ το πόσιμο έρχεται από την δεξαμενή που είναι εγκατεστημένη στο προαύλιο του ξενοδοχείου. Καθώς μπαίνω στην κουζίνα, παρατηρώ ότι υπάρχει μία καρέκλα, μάλλον για εμένα αφού τα γεύματα πολλές φορές διεξάγονται παραδοσιακά στο πάτωμα εντός/εκτός σπιτιού, και βέβαια, η απουσία των επίπλων. Φυσικά, η διαμονή μου δεν είναι εντελώς τυπική, διότι στα περισσότερα σπίτια θα υπήρχαν έπιπλα στην κουζίνα, όπως επίσης και μεγάλη ποικιλία μαγειρικών σκευών), και καταλαβαίνω ότι πιθανά εδώ δεν φιλοξενούνται και πολλοί εθελοντές. Όπως πολλές κουζίνες στην Αφρική, το απορρυπαντικό πιάτων είναι σκόνη (σαν αυτή που θα χρησιμοποιούσαμε στα πλυντήρια πιάτων); κάποιες φορές και ένα είδος σαπουνιού, το οποίο μοιάζει με σαπούνι χεριών αλλά κάπως πώς καθαρίζει το 95% του λίπους/λαδιού από τα πιάτα.

Δεξιά και αριστερά της κουζίνας βρίσκονται δύο πόρτες – συγκεκριμένα εννοώ δύο κουρτίνες, με απλά διακριτικά σχέδια, κάτι που με κάνει να γελάσω αναθυμόμενη τα έντονα πολύχρωμα μοτίβα που χαρακτηρίζουν τον ρουχισμό στην ανατολική Αφρική, και συνοδεύονται απο γιρλάντες, κομψά φουλάρια και όλων των ειδών επίσημα παπούτσια. Σε πολλά αφρικανικά σπίτια, ο διαχωρισμός των δωματίων γίνεται με κουρτίνες, αναδεικνύοντας την κάπως περιορισμένη παροχή ιδιωτικότητας στην Αφρικανική κοινωνία. Το δωμάτιο μου βρίσκεται στα αριστερά, και η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι δεν έχω φως.
Το δωμάτιό μου αποτελείται από ένα στρώμα, κατάχαμα, με ένα κατωσέντονο και μια κουνουπιέρα από πάνω. Από τους τοίχους λείπουν οι σοβάδες, και ίσως και κάποια κομμάτια τσιμέντου. Θα προστεθεί ένα σεντόνι αργότερα και (τελευταία στιγμή και μετά από παράκλησή μου) ένα μαξιλάρι – χωρίς μαξιλαροθήκη. Έχω την αίσθηση ότι ο host μου δεν ήταν ιδιαίτερα προετοιμασμένος για την άφιξή μου, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Το δωμάτιό μου έχει ρεύμα, όπως και το υπόλοιπο νοσοκομείο, αλλά η λάμπα του φωτός μου είναι καμμένη, επομένως χρησιμοποιώ τον φακό μου έναντι ενός τοίχου, εκμεταλλευόμενη την αντανάκλαση από το άσπρο χρώμα. Έχουμε μέχρι και ψυγείο στο νοσοκομείο, πράγμα σπάνιο και αυτή τη στιγμή ίσως και λίγο αδιάφορο για μένα. Δεδομένου ότι δεν καταναλώνουμε γαλακτοκομικά (γάλα, τυρί και γιαούρτι), όλα τα κρέατα, ψάρια και λαχανικά που καταναλώνουμε είναι φρέσκα, και σπάνια περισσεύει φαγητό για την επόμενη μέρα, έχω εντυπωσιαστεί με το πόσο δεν μου έχει λείψει η παρουσία ενός ψυγείου.

Στο άκρο του δωματίου υπάρχει μια ακόμα πόρτα-κουρτίνα, που οδηγεί στο μπάνιο. Το μπάνιο είναι διαμπερές, και το μοιράζομαι με την Ρεμπέκα, την δεύτερη χοστ μου, μία εξαιρετικά γλυκιά και ανοιχτόμυαλη γυναίκα από την ανατολική Ουγκάντα. Δεν περίμενα κανονική τουαλέτα, αφού πολλά σπίτια έχουν τούρκικες τουαλέτες, ή μια τουαλέτα εξωτερικής χρήσης (ή αλλιώς και πολύ απλά, μια τρύπα που οδηγεί στο έδαφος). Νιώθω μια γλυκιά ζεστασιά όταν αντικρίζω τα χαρακτηριστικά μπιτόνια -εδώ σε ένα ξεφτισμένο άσπρο χρώμα- με καφέ πιτσιλιές λόγω της αδιάκοπης χρήσης μέρα με τη μέρα, που μου υπενθυμίζουν πόσο αλληλένδετη είναι η παρουσία τους σε περιοχές χωρίς τρεχούμενο νερό.

Βλέπω επίσης σκούπες και σφουγγαρίστρες για την καθαριότητα του μπάνιου μετά από το ντουζ, διότι τα μπάνια είναι wet rooms, χωρίς ντουζιέρες και μπανιέρες. Παρόλα αυτά, διακρίνω ένα παχύ στρώμα σκόνης σε κάποιες επιφάνειες, το οποίο δεν θα περίμενα. Η σκόνη είναι μέρος της ζωής και ο κόσμος είναι εντελώς εξοικειωμένος με αυτό, αλλά σε κάθε περίπτωση τα εσωτερικά των σπιτιών διατηρούνται σχετικά καθαρά, όσο παλαιά και ρημαγμένα και να είναι. Το φως του μπάνιου επίσης δεν λειτουργεί (φορτίζω τον φακό μου αρκετά συχνά, αλλά συνειδητοποιώ ότι το δωμάτιο έχει αρκετό φως από τις τριγύρω εξωτερικές λάμπες, και επομένως δεν τον χρειάζομαι ιδιαιτέρως).
Προσαρμόζομαι στη ζωή στην αγροτική Ουγκάντα, και προσπαθώ να παρατηρώ όσο περισσότερο γίνεται. Οι ώρες περνάνε γρήγορα, αλλά κάποια λεπτά φαίνεται να σταματάνε και να παγώνουν τον χρόνο στη θέση του. Σε μικρές αλλά σημαντικές στιγμές, πιάνω τον εαυτό μου να θέλει να αποτυπώσει στη μνήμη όλες τις αναμνήσεις των τελευταίων εβδομάδων. Τείνω να αφαιρούμαι, να χάνομαι στις συζητήσεις και στους περιπάτους, και κάποιες φορές η επανασύνδεση με τον υπόλοιπο κόσμο είναι δύσκολη, αλλά πάντα καλοδεχούμενη και σημαντική.

Το βράδι ακούω θορύβους, πολλούς θορύβους της φύσης, κάποιους από τους οποίους δεν μπορώ να αναγνωρίσω. Λες και κάποιος περπατάει διαρκώς ή κάνει δουλειές με μέταλλο, άλλα τέτοια ώρα μέσα στη νύχτα αποκλειεται. Εξακολουθώ να τα ακούω και τελικά αποφασίζω να πάω για ύπνο, με την περιέργειά μου ξύπνια αλλά την κούρασή μου να υπερνικά. Το επόμενο πρωί, και αφού τολμάω να πάω να διερευνήσω το θόρυβο έχοντας την προστασία της ημέρας, συνειδητοποιώ ότι μια οικογένεια από περιστέρια έχει φωλιάσει στη σκεπή μας. Περιστέρια ελαφρώς διαφορετικού σχήματος από αυτά που έχω συνηθίσει, με κάτι πανέμορφες μεγάλες κόκκινες πιτσιλιές γύρω από τα μάτια, λες και θέλουν να είναι ασορτί με την κόκκινη αφρικανική γη. Το αγαπημένο μου ωστόσο, είναι τα βατράχακια. Από μικρά, περίπου σαν ένα βερίκοκο, μέχρι μεγαλύτερα σαν ένα μήλο. Μαζεύονται κάτω από την δεξαμενή του νερού το βράδι, και με αφήνουν να τα πλησιάσω σιγά σιγά. Κάποιες φορές περπατάω στο γρασίδι και τα βλέπω να πετάγονται δεξιά και αριστερά μου, έχουν πολύ πλάκα. Εντυπωσιάζομαι επίσης από τις σαύρες. Σαύρες όλων των ειδών, χρωμάτων και μεγεθών. Σαύρες μικρές, σαν σαμιαμίδια, αλλά και σαύρες μεγάλες σαν τον πήχη του χεριού μου, σε βαθιές μπλε αποχρώσεις και ένα έντονο χακί χρώμα. Το δέρμα τους σαν τσαλακωμενο, και με κάνει να σκέφτομαι για την εξέλιξη της ζωής και τα σημάδια που αφήνουν οι εμπειρίες πάνω μας…
Έτσι κυλάνε οι ώρες σε ένα μικρό επαρχιακό χωριό στην ανατολική Ουγκάντα.

