Σε ένα μικρό καφέ στην περιοχή Chapinero Alto στην πρωτεύουσα της Κολομβίας, ο αέρας πλημμυρίζει από την έντονη μυρωδιά του καφέ. Μια μυρωδιά που θυμίζει αλκοόλ, ή ίσως ένα παραγινωμένο σταφύλι. Νότες που δεν έχω την ακρίβεια να διακρίνω, αλλά που με κάνουν να μην μπορώ να σταματήσω να παίρνω βαθιές ανάσες . Η μυρωδιά διαπερνάει τα ρουθούνια μου και μου γαργαλάει το λαιμό. Προσπαθώ να ρουφήξω το άρωμα, να καταγράψω αυτή τη μυρωδιά στη μνήμη μου…ίσως να ήταν κάτι σαν ώριμο σταφύλι; Ή κάποιο άλλο φρούτο, πικρό και γλυκό ταυτόχρονα. Με συνεπαίρνει, και οι σκέψεις μου αποσυντονίζονται από την ελκυστική αυτή μυρωδιά…

Απέναντί μου, ο τοίχος στολίζεται από μικρά καδράκια που απεικονίζουν όλες τις διαφορετικές φάρμες στις οποίες καλλιεργείται ο καφές του μαγαζιού ‘Amor de café’. Αν κάποιος δεν ήταν coffee lover πριν έρθει στην Κολομβία, τότε σίγουρα θα έχει γίνει μέχρι να φύγει!
Κολομβία. Μια λέξη που παίζει στη γλώσσα μου, φέρνοντας εξωτικές εικόνες στο μυαλό μου. Η χώρα του μαγικού ρεαλισμού, των χρωμάτων και των τόσο διαφορετικών κουλτούρων, που η ιστορία και το ταραχώδες παρελθόν της την έχουν χαράξει. Η ενέργειά της σε συνεπαίρνει, σε παρασέρνει σε μία θάλασσα ερεθισμάτων και εντυπώσεων, και σε προκαλεί να παρατηρήσεις, να σκεφτείς και να νιώσεις τη ζωή.
Η Bogota απλώνεται στους πρόποδες του Λόφου Monseratte, με την χαρακτηριστική θρησκευτική πινελιά που συναντάει κάποιος στη Νότια Αμερική να γίνεται διακριτή στην κορυφή του λόφου. Η πόλη είναι άψογα ρυμοτομημένη σε Calles και Carreteras, σε ένα πλεγματικό σύστημα που το καθιστά εύκολο να προσανατολιστείς, με τα πεζοδρόμια ελαφρώς ξεσηκωμένα και διαλυμμένα σε κάποιες περιοχές – θυμίζοντάς μου την Αθήνα – και σε άλλα τακτοποιημένα και καθαρά. Η πόλη – Ή για την ακρίβεια, οι περιοχές στις οποίες κινούνται οι ταξιδιώτες – με έχει εντυπωσιάσει από το πόσο καθαρή είναι. Δεν έχει μετρό, αλλά ένα εκτενές σύστημα λεωφορείων που λειτουργούν σαν μετρό, με συγκεκριμένους σταθμούς, αποβάθρες, και διπλές προστατευτικές πόρτες. Οι άνθρωποι είναι φιλικοί και έτοιμοι να σου μιλήσουν, και φαντάζομαι ότι αυτή η ζεστασιά θα ακτινοβολεί ακόμα περισσότερο εκτός της πρωτεύουσας.

Το ιστορικό κέντρο, η Candelaria, είναι μία κυψέλη από τεράστια γκράφιτι, που αναδεικνύουν την καλλιτεχνική διάθεση της Κολομβίας, απεικονίζοντας χορευτικές κινήσεις, πρόσωπα και πολύχρωμες φορεσιές που ζωντανεύουν όλη την περιοχή. Τα μετά-αποικιοκρατικά σπίτια χαμηλά και λυγισμένα από το πέρασμα του χρόνου, με τοίχους άσπρους σαν ένα κυκλαδονήσι, και πράσινη, μπορντό ή μπλε βαφή να πλαισιώνει τα ξύλινα παράθυρα. Οι πόρτες είναι μια μορφή τέχνης από μόνες τους, με ξύλινες πινελιές και χρωματικούς συνδυασμούς που δεν έχω ξαναδεί ποτέ αλλά δένουν υπέροχα μεταξύ τους. Σε προσκαλούν να περπατήσεις κάθε πλακόστρωτο δρομάκι, να περάσεις κάτω από τις ελαφρώς καμπυλωτές σκεπές, και να χαιρετήσεις κάθε πλανώδιο πωλητή, ανατάσσοντας το πνεύμα και γεμίζοντας το μυαλό με εικόνες και μυρωδιές.

Καθώς κατεβαίνω τον δρόμο στον οποίο βρίσκεται το χόστελ στο οποίο μένω, μυρίζω τον καφέ tinto, όπως παρασκευάζεται τυπικά στην Κολομβία, από τους αναρίθμητους πλανώδιους πωλητές. Πλησιάζω μια γυναίκα στη γωνία του δρόμου, η οποία στέκεται μπροστά από ένα μικρό καρότσι, υπερφορτωμένο με πολύχρωμα πλαστικά θερμός γεμάτα ζεστό καφέ. Με λίγη panela, τοπική ζάχαρη, ο καφές αφήνει μια γλυκιά επίγευση στο στόμα μου, καθώς αγωνίζομαι να ισορροπήσω το μικρό πλαστικό ποτηράκι στα χέρια μου. Κρατάω το μπουφάν μου στο ένα χέρι και τη μπλούζα στο άλλο. Ο καιρός είναι ιδιόμορφος, στη σκιά χρειάζομαι μια μπλούζα, αλλά με το που βγαίνω στον ήλιο νιώθω ότι το δέρμα μου να καίγεται από τον έντονο ήλιο των τροπικών περιοχών.
Παρατηρώ ζωηρά τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονται και δεν αργώ να συνειδητοποιήσω ότι δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι τουρίστες, τουλάχιστον όχι τόσο στην πρωτεύουσα. Μία χώρα που δεν μου φαίνεται καθόλου ξένη. Ίσως η πρώτη χώρα – μετά την Ισπανία – που νιώθω ότι τα χαρακτηριστικά μου ενσωματώνονται στο περιβάλλον, δένοντάς με με τους γύρω μου. Στην Αφρική, ένιωθα τόσο διαφορετική – κυρίως λόγω του δέρματός μου – και στην Αγγλία, παρά την εκτενή πολιτιστική της ποικιλομορφία, εξακολουθώ να νιώθω ότι τα χαρακτηριστικά μου με διαφοροποιούν. Σκούρα φρύδια, μαυρισμένο δέρμα, άστατα καστανά μαλλιά και γεμάτα ανασηκωμένα χείλη. Εδώ, αυτό το μοντέλο δεν είναι καν τυπικό, αλλά αποτελεί μία από τις χιλιάδες διαφορετικές εκφάνσεις των ανθρώπινων γονιδίων.

Σχιστά μάτια, μύτες που κάνουν ξεκάθαρη την παρουσία τους και χείλη που διακοσμούν ένα ελαφρά μαυρισμένο δέρμα, ή σκούρο δέρμα με διακρικά μαύρα μάτια, φρύδια και ζωηρά μαλλιά, ή ανοιχτά ίσα μαλλιά με απαλό δέρμα, ψηλοί ή κοντοί, μελαχρινά ή μαύρα μαλλιά, μουστάκια ή μη μουστάκια, και όλα τα ενδιάμεσα.
‘Bienvenida, guapa!’, ακούω ξαφνικά από το πλάι του δρόμου, και παρατηρώ ότι ένας από τους πωλητές του flea market από το οποίο περνάω, έχει σταματήσει να στήνει τα κοσμήματά του και με χαιρετάει χαρωπά. Τον πλησιάζω, με την περιέργεια να φουντώνει μέσα μου, αλλά και τη νευρικότητα για το αν θα μπορούν τα ισπανικά μου να ανταπεξέλθουν στην συζήτηση. Δεν έχω μιλήσει με κανέναν από τους ντόπιους στα αγγλικά και, ακόμα και όταν συνειδητοποιούν ότι δεν είμαι από εδώ ή από την υπόλοιπη Λατινική Αμερική, εξακολουθούν να μου μιλάνε σε άπταιστα ισπανικά.
Είναι ένας Αφρο-κολομβιανός, με χαρακτηριστικά από την Καραιβική, και μαθαίνω ότι είναι από την Κάλι, την πρωτεύουσα της σάλσα στην Κολομβία. Φτιάχνει κοσμήματα από μέταλλα, περιδέραια, σκουλαρίκια, διακόσμητικά για τα χέρια και στέματα, που απλώνονται σε ένα μαύρο πανί μπροστά του. Ανατριχιάζω ελαφρά στην σκέψη ότι οι απόγονοί του πιθανά να ήταν σκλάβοι, από τους χιλιάδες που ήρθαν χωρίς τη θέλησή τους στην Νότια Αμερική για να καλλιεργήσουν τον καφέ, το ζαχαροκάλαμο και ό,τι άλλο έκριναν οι Ευρωπαίοι αποικητές ότι θα απέφερε σημαντικό κέρδος στο εμπόριό τους.

‘Να σου φτιάξω ένα δώρο’ μου λέει, και με αστραπιαία ταχύτητα κόβει ένα μακρόστενο, λεπτό κομμάτι από μπρούτζο και αρχίζει να το λυγίζει και χτυπάει με ένα μικρό σφυράκι μπροστά του. Παράλληλα μιλάμε για την Ελλάδα, και μου αναφέρει πόσο τον εντυπωσιάζει η ελληνική μυθολογία και όλοι οι θεοί. Δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκω τυχαία κάποιον τυχαία που αρχίζει να μου μιλάει για τους θεούς του Ολύμπου. Κάθε φορά δεν παύει να με εντυπωσιάζει, και να με γεμίζει με σεβασμό για τους συνομιλητές μου.
Θαυμάζοντας το καινούριο μου δαχτυλίδι, αποχαιρετώ τον θαυμαστή μου και προχωράω προς τα κάτω, βγαίνοντας στη μεγάλη πλατεία του barrio. Χρώματα, πλανώδιοι πωλητές και φωνές δημιουργούν μια φιλόξενη ατμόσφαιρα στην πλατεία της εξαιρετικά ασφαλής αυτής περιοχής, με πληθώρα μουσείων και άλλων επίσημων χώρων.
Ωστόσο, αυτή δεν είναι όλη η Κολομβία, και αυτό θα μου γίνει ξεκάθαρο όταν επισκεφτώ το Barrio Egipto, μια γειτονιά ούτε ένα χιλιόμετρο από εδώ…

