Ζουν Και Αναπνέουν

Η ζωή κυλάει εντελώς διαφορετικά στα απομονωμένα χωριά της ανατολικής Αφρικής, αλλά οι άνθρωποι ζουν και αναπνέουν όπως και εμείς. Χρόνος διαβάσματος: 9 λεπτά.

Ο αέρας μου παρασέρνει μερικές φεύγατες τούφες καθώς διασχίζουμε με την boda boda χωράφια γεμάτα με καλλιέργειες ρυζιού, καλαμποκιού και μπανάνας. Με εξαίρεση την εντελώς διαφορετική βλάστηση, το τοπίο μου θυμίζει τη γεωμορφολογική διαμόρφωση της Αγγλίας. Απαλοί λόφοι που απλώνονται σαν κύματα δεξιά και αριστερά μας, με ατελείωτα χωράφια όλων των αποχρώσεων του πρασίνου.

Είμαστε τρεις πάνω στη μηχανή, εγώ στη μέση. Είναι λίγο πριν τις 10 το πρωί, και πηγαίνουμε σε ένα διπλανό χωριό γύρω στα 7-8 χιλιόμετρα μακριά. Στην ανατολική Αφρική, μετράνε τις αποστάσεις με βάση τον χρόνο που σου παίρνει (με αυτοκίνητο ή μηχανή) να πας κάπου, και έτσι, αν δεν τσεκάρω τον χάρτη, βασίζομαι μόνο στις εκτιμήσεις μου. Εκεί θα περάσω την πλειοψηφία των ημερών μου τις επόμενες βδομάδες, στο πρότζεκτ όπου θα διεξάγω ένα σύντομο 10-ήμερο (spoiler alert, αυτό ήταν το πλάνο τουλάχιστον!) μάθημα διαλογισμού σε ένα γκρουπ γυναικών που υποστηρίζεται από την οργάνωση στην οποία φιλοξενούμαι. 

Και κάπως έτσι φαινόμαστε και οι τρεις στην boda boda, ο οδηγός, εγώ (η προνομιούχα θέση στη μέση) και η Ρεμπέκα. Δίπλα μας, ένα ποδήλατο που χρησιμοποιείται για την μεταφορά και πώληση ζαχαροκάλαμων. Σταματήσαμε τη μηχανή, και έπειτα την boda, για να πάρουμε μερικά κομμάτια ζαχαροκάλαμου, και – με την ευκαιρία – ζήτησα ευγενικά από τον πωλητή να μας βγάλει μία φωτογραφία. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο πωλητής δεν είχε ξαναπιάσει ποτέ τηλέφωνο αφής (ξέχασα πώς λέγονται τα smartphones!) και επομένως πριν τις φωτογραφίες προηγήθηκε ένα crash course στη χρήση φωτογραφικής μηχανής σε ένα κινητό.
H άφιξή μου στην τοποθεσία του project, που χρησιμεύει σαν την ‘πλατεία’ του χωριού πολλές φορές (δεν υπάρχουν πλατείες με την γνωστή έννοια).

Η ζωή στο χωριό χαρακτηρίζεται από φτώχεια, απλότητα και έντονο το στοιχείο της σύνδεσης. Βαθιά φτώχεια. Ο κόσμος ανοίγει τις πόρτες του σε μένα και με προσκαλεί να εξερευνήσω τα σπίτια τους, την κοινότητα τους, τα ζώα τους και την οικογένειά τους. Παρατηρώ πολλές καλύβες, οι οποίες πολλές φορές στεγάζουν τα αγόρια των οικογενειών ή χρησιμοποιούνται ως αποθήκες ή ακόμα και ως μικρές φάρμες για τα κοτόπουλα, ένα από τα ζώα που αναθρέφει πολύς κόσμος. Μαθαίνω ότι κάποιες φορές ολόκληρες οικογένειες μοιράζονται μια καλύβα αν δεν μπορούν να παράσχουν κάτι περισσότερο. 

Τούβλινοι ή τσιμεντένιοι τοίχοι, με σκεπές από συμπιεσμένο άχυρο και αποξηραμένα φύλλα μπανάνας, ή και σε κάποιες περιπτώσεις μεταλλικά ραμποτέ. 

 Οι μπανάνες μπροστά από τις καλύβες υπό κατασκευή, στο φως του θερμού απογευματινού ήλιου. Το χώμα ελαφρώς υγρό υπό την βροχή.

Τριγύρω, γαλοπούλες με τα μικρά τους (δεν έχω ξαναχαιδέψει ποτέ μωρά 2 γαλοπούλας 2 εβδομάδων, αλλά είναι πολύ γλυκά). Διασκορπισμένα τα – πλέον οικεία – κίτρινα μπιτόνια. 

Η προοπτική μέσα από μία καλύβα (πολύ πιο ευρύχωρη από ότι φαίνεται από έξω!). Η ξύλινη καρέκλα είναι ειδικά για την φιλοξενία μας και, όπως πάντα κατά το αφρικανικό σύστημα, τα παπούτσια μένουν έξω.

Βλέπω συχνά πηγάδια, και δεν φαντάζομαι να υπάρχει απόσταση μεγαλύτερη από ένα ή άντε ενάμιση χιλιόμετρο από πηγάδι σε πηγάδι. Πλήθος παιδιών συναθροίζεται γύρω από αυτά, τα οποία φαίνεται σαν να συνιστούν μια μορφή πλατειών, μέρος ανταλλαγής νέων και γέλιου. 

Τα πηγάδια – κεντρικό σημείο κοινωνικοποίησης.

Η μηχανή διέρχεται μπροστά από αυτά και που και που κορνάρει σε κανένα κοτόπουλο να φύγει από τον δρομο. Ξαφνικά, μπιτόνια ακουμπάνε στο έδαφος με έναν απαλο κραδασμό και ο ήχος του πηγαδιού σταματάει να ακούγεται. Από ότι φαίνεται, η σημασία της καθημερινής συλλογής νερού μπορεί να αλλάξει από στιγμή σε στιγμή, και τα παιδιά σταματούν αυτό που κάνουν αυτομάτως μόλις αντιληφθούν ότι στην boda υπάρχει μια mzungu! 

Η διέλευση της mzungu τραβάει τα βλέμματα, σταματάει τις καθημερινές δραστηριότητες, αλλοιώνει τα βλέμματα και ανεβάζει τα πνεύματα.

Mzungu (προφέρεται ‘μουζούνγκου’) αναφέρεται στους λευκούς ταξιδιώτες στην Αφρική. Οι αντιδράσεις των ντόπιων ποικίλουν, αλλά πάντα είναι καλοπροαίρετες. Έντονο σοκ που παγωνει το βλέμμα και δίνει στα μάτια μια αίσθηση παιχνιδιάρικης περιέργειας. Έκπληξη, που συνοδεύεται από ένα τεράστιο χαμόγελο και διεσταλμένα μάτια. Ενθουσιασμός, και χαρούμενοι χαιρετισμοί, “how are you?!” (πώς είσαι) και “mzungu, mzungu!”. Χαμόγελα ντροπαλά, ανέμελα, σκεπτικά σαν μειδιάματα. Σήμερα, όπως και κάθε φορά ακόμα και μετά από εβδομάδες, νιώθω ότι κάνω πασαρέλα ανάμεσα στα πλήθη κόσμου. Καιρό τώρα νιώθω ότι μου αποδίδεται ενας σεβασμός λόγω του δέρματος μου πριν καν τον κερδίσω λόγω του ποια είμαι.

Προσπαθώ σιγά σιγά να αντικρούσω διαφορά από τα στερεότυπα για τους λευκούς, τα οποία είναι βαθιά ριζωμένα σε αυτές τις κοινωνίες. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν βλέπουν άλλους λευκούς, ειδικά αν δεν μετακινηθούν από το χωριό τους, επομένως είναι ιδιαιτέρως σπάνιο και για αυτούς αξιοσημείωτο γεγονός το να με δουν. Τα παιδιά θα τρέξουν να με αγγίξουν, και (από ότι μαθαίνω) μπορεί να αρνούνται να πλύνουν τα χέρια τους εκ των υστέρων για να μην χάσουν την, κατά την τοπική αντίληψη, “καλή τύχη” που συνοδεύεται από το άγγιγμα ενός λευκού. Είμαι σίγουρη ότι ακούγεται περίεργο αυτό, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσοι ανθρωποι στην ανατολική Αφρική τρέφουν τεράστιο (και ίσως πολλές φορές υπερβολικό) σεβασμό για τους λευκούς, και το ενδιαφέρον τους εξάπτεται κάθε φορά που τους δίνεται η ευκαιρία να συναναστραφούν με κάποιον. 

Δεν θα χάσουμε βεβαίως την ευκαιρία να βγάλουμε φωτογραφίες!

Συζητάω ζωηρά με την Ρεμπέκα, κάνοντας διαλείμματα για να καλύψουμε το πρόσωπο μας από την σκόνη που σηκώνεται από άλλες μηχανές, αλλά και για να γελάσουμε με τις ενθουσιώδεις αντιδράσεις του κόσμου. Για τους Αφρικανούς, οι όροι “μαύρος” (black) και “λευκός” (white/mzungu) είναι απόλυτα φυσιολογικοί, όπως θα λέγαμε εμείς “ξανθός” και “καστανός”, χωρίς την παραμικρότερη αίσθηση προσβολής. Για αυτούς, είναι ένα χαρακτηριστικό και μια αλήθεια, χωρίς κανένα περαιτέρω συσχετισμό. Επομένως, το βρίσκουμε πολύ εύκολο να αναφέρουμε αυτούς τους όρους διαρκώς στη συζήτηση μας, καθώς συγκρίνουμε τρόπους ζωής, αντιλήψεις και συνήθειες.

Xρώματα…

Αντίστοιχη με το πηγάδι είναι και η συνάθροιση γύρω από τις γειτονιές των σπιτιών και των καλυβών. Γύρω από 5-6 σπίτια υπάρχει ένα μικρό άνοιγμα, κάτι σαν “πλατειούλα”, και ίσως κανένα δέντρο μάνγκο ή αβοκάντο που παρέχει παχιά σκιά όλο το χρόνο. Κάτω από τα δέντρα, κατάχαμα στη πυρωμένη καφέ γη κάθονται γυναίκες με μωρά και παιδιά όλων των ηλικιών, αλλά και άντρες όταν δεν δουλεύουν. Τα μωρά είναι περασμένα στο τον αφρικανικό μάρσιπο, στον οποίο το μικρό ακουμπάει μπρούμυτα πάνω στην πλάτη της μητέρας (κατά κανόνα μόνο οι μητέρες κουβαλάνε τα παιδιά στην Αφρική), και το κεφάλι στραμμένο δεξιά ή αριστερά. Το βλέπω διαρκώς αυτό το σύστημα, και υποψιάζομαι ότι είναι η προτιμητέα τεχνική γιατί αφήνει ελεύθερο το μπροστινό τμήμα της μητέρας, που είναι απαραίτητο για την μαγειρική, το κουβάλημα νερού και όλες τις υπόλοιπες οικιακές εργασίες που εκτελούν οι γυναίκες σε καθημερινή -και κάποιες φορές αδιάκοπη- βάση. 

Τα παιχνίδια στην μικρή πλατειούλα – στην πραγματικότητα, όλες οι καλύβες ανήκουν στην ίδια οικογένεια (περισσότερο για αυτό αργότερα). 

Παρατηρώ ότι η κοινωνικοποίηση είναι άμεσα συνυφασμένη με την καθημερινή ζωή, και μάλιστα στη διάρκεια της ημέρας. Για τους περισσότερους από εμάς, η δουλειά διαχωρίζεται από την κοινωνικοποίηση ή την προσωπική ζωή. Ωστόσο, στη ζωή στην rural Αφρική, αυτή η τεχνητή διάκριση πολλές φορές δεν υφίσταται. Οι άνθρωποι – όσοι δεν εργάζονται εκτός της γειτονιάς – συναναστρέφονται σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της ημέρας, ανάμεσα στις διάφορες δουλειές του σπιτιού, την μαγειρική, τη συλλογή νερού. 

Και κάπως έτσι, με το χέρι, ξεδιαλέγονται τα φυστίκια…

Περνώντας χρόνο στην ανατολική Αφρική είναι εύκολο να συνειδητοποιήσω ότι η γειτονιά είναι τρομερά δεμένη μεταξύ της, κάποιες φορές ακόμα και δεμένη σαν οικογένεια, ειδικά στα μικρά χαμένα μέρη. 

Τα παιδιά μεγαλώνουν μαζί, δεμένα σαν αδέρφια.

Συνεχίζουμε να διασχίζουμε χωράφια στον πρωινό αφρικανικό ήλιο, και μιλάω με την Ρεμπέκα για την καθημερινή ζωή στο χωριό. Αντιλαμβάνομαι – αλλά δεν εκπλήσσομαι – ότι τα περισσότερα σπίτια δεν έχουν ρεύμα, και χρησιμοποιούν μικρούς φακούς η λάμπες πετρελαίου για εσωτερικό φωτισμό. Κάποιες φορές, ακόμα και μικρά κεριά. Ο ηλεκτρισμός δεν αποτελεί μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Άλλες φορές υπάρχει ένα εξωτερικό φως που εξυπηρετεί μια μικρή γειτονιά από 4-5 σπίτια ή καλύβες. Τα φώτα αυτά είναι ηλιακά, οπότε δεν προσθέτουν κάποιο κόστος στους ανθρώπους και βεβαίως, φορτίζουν όλη την ημέρα (ειδικά στην ξηρή εποχή όπως τώρα που ο ήλιος λάμπει αδιάκοπα). Περπατώντας βράδυ σε κάποιες από τις πολύ επαρχιακές και απομονωμένες περιοχές, συνειδητοποιώ ότι σε πολλές δεν υπάρχει καν ηλεκτρισμός. Μα καλά, θα αναρωτηθείτε, πώς φορτίζει ο κόσμος τα κινητά του; Μαγειρική; Τηλεόραση;! Στο τελευταίο, βεβαίως, αστειεύομαι. Η πλειοψηφία των ανθρώπων που μένει σε αυτές τις αγροτικές περιοχές ζει μέρα με τη μέρα, και από μισθό σε μισθό. Η τεχνολογία δεν αποτελεί μέρος της ζωής, κάτι που πολλές φορές συμβάλει στην διατήρηση στερεοτύπων και προληπτικών αντιλήψεων (περισσότερα για αυτό αργότερα). Πολύς κόσμος σε αυτές τις περιοχές δεν έχει κινητά τηλέφωνα, και συναναστρέφεται με τον περίγυρο του και όσους αποτελούν μέρος της καθημερινής ζωής. Η πλειοψηφία των ανθρώπων ωστόσο έχουν κινητά, και ειδικά εδώ, οι περισσότεροι χρησιμοποιούν κινητά με κουμπιά (ναι, είχα καιρό να δω τέτοια!). Πέρα από αυτά, η μαγειρική γίνεται υπαίθρια έξω από τα σπίτια σε μορφή barbeque, σε άνθρακα ή ξύλο (το ξύλο είναι πιο φθηνό επομένως και πιο σύνηθες).

Στιγμιότυπα από την μαγειρική.

Οι Αφρικανοί φημίζονται για την φιλοξενία τους, αλλά η φιλοξενία τους απέναντι στους λευκούς είναι απαράμιλλη. Το συνειδητοποιώ αυτό όταν φτάνουμε στον προορισμό μας. Με περιμένουν γυναίκες, ένα ολόκληρο τσούρμο, με ένα πανί που ανακοινώνει την άφιξή μου, και με καλωσορίζει στην ομάδα τους. Ζωντανά τραγούδια με επευφημίες που πηγάζουν από το λαρύγγι, δυνατά και ρυθμικά παλαμάκια, και παραδοσιακοί χοροί, στους οποίους δεν αργώ να ενταχθώ και εγώ! Νιώθω συγκίνηση, και αναρωτιέμαι τι έχω κάνει για να αξίζω αυτού του είδους καλωσόρισμα. Δεν αργώ ωστόσο να συνειδητοποιήσω ότι, για πολλούς Αφρικανούς από τα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, η φιλοξενία ενός επισκέπτη από μακρινά μέρη, και για το δικό τους τρόπο σκέψης πλούσια, προηγμένα και σχεδόν εξωτικά μέρη, είναι όχι μόνο ένα αξιοσημείωτο γεγονός, αλλά πολλές φορές και μια μοναδική ευκαιρία. Το θεωρούν όχι μόνο προνόμιο, να καταδεχτεί ένας λευκός να εισαχθεί στον τρόπο ζωής τους και την κοινωνία τους, αλλά και μία τρομερή ευκαιρία για να ρωτήσουν για τον τρόπο ζωής σε αυτά τα μακρινά μέρη, να συγκινούν, να λύσουν απορίες και να ανοίξουν το μυαλό τους. Μου κάνει εντύπωση όταν το ακούω αυτό, αλλά όχι και τόσο εντύπωση. Για εμένα, αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους ταξιδεύω. Να ανακαλύψω τα μικρότερα μέρη, τους πιο απομονωμένους ανθρώπους, τα πιο χαμένα χωριά, τα πιο έντονα βλέμματα – να τα νιώσω, αναγνωρίσω, καταλάβω. Έτσι γίνομαι ταπεινή, διευρύνω τους ορίζοντές μου και γίνομαι, ελπίζω, ένας καλύτερος άνθρωπος. 

Τελικά, πόσο παρόμοιοι είμαστε όλοι σε κάποια πράγματα, και πόσο διαφορετικές οι ευκαιρίες μας ανάλογα με το που μεγαλώσαμε…